σαμούρι

(martes - martes). Σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των Μουστελιδών. Ζει στα δάση της βορειοκεντρικής Ευρώπης και σε μεγάλες περιοχές της Ασίας. Παραμένει, κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, στα δέντρα, όπου έχει τη φωλιά του. Τρέφεται με τρωκτικά, μικρά πουλιά και πουλερικά, που κυνηγά τη νύχτα. Οι άνθρωποι το κυνηγούν προπάντων το χειμώνα, για την πολύτιμη γούνα του. Άλλα είδη, που έχουν κι αυτά απαλή γούνα, ζουν στην Ινδία, στην Κίνα και στη Βόρεια Αμερική.
* * *
το, Ν
1. άλλη κοινή ονομασία τής νυφίτσας
2. δέρμα από το ζώο αυτό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. samur].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαμούρι — [самури] ουσ. о. соболь …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σαμούρι — το (λ. τουρκ.), το ζώο ικτίδα, νυφίτσα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • ζερδαβάς — ο 1. ονομασία τού ζώου σαθέριο, σαμούρι 2. το δέρμα τού ζώου αυτού, που χρησιμοποιείται για γουναρικό …   Dictionary of Greek

  • σαμουρόγουνα — η, Ν γούνα από δέρμα σαμουριού. [ΕΤΥΜΟΛ. < σαμούρι + γούνα] …   Dictionary of Greek

  • Ασία — I Mία από τις πέντε ηπείρους. Βρίσκεται ολόκληρη σχεδόν στο βόρειο ημισφαίριο, και από γεωμορφολογική άποψη αποτελεί με την Ευρώπη αδιαχώριστη ενότητα, στην οποία δίνεται η ονομασία Ευρασία. H Α. είναι η μεγαλύτερη από όλες τις ηπείρους. Καλύπτει …   Dictionary of Greek

  • Καναδάς — I Επίσημη ονομασία: Καναδάς Έκταση: 9.970.610 τ. χλμ. Πληθυσμός: 30.007.094 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Οτάβα (827.898 κάτ. το 2001)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Ν με τις ΗΠΑ και στα Δ με την πολιτεία Αλάσκα των ΗΠΑ. Βρέχεται στα Β από… …   Dictionary of Greek

  • μουστελίδες — (mustelidae). Μεγάλη οικογένεια θηλαστικών της τάξης των σαρκοβόρων. Το μήκος των ζώων αυτών ποικίλλει ανάλογα με το είδος από 0,20 έως 1,50 μ.· το σώμα τους έχει σχήμα επίμηκες και καλύπτεται με πυκνό και απαλό τρίχωμα· τα πόδια έχουν 5 δάχτυλα …   Dictionary of Greek

  • παλαιοαρκτική περιοχή — Μία από τις ζώνες της ζωογεωγραφικής ολοαρκτικής περιοχής. Βρίσκεται στα Ν της αρκτικής ζώνης και περιλαμβάνει τα ασιατικά δάση ταϊγκά, κωνοφόρα ανάμεικτα και πλατύφυλλα δάση της Ευρώπης, καθώς και τα δάση ταϊγκά της Βόρειας Αμερικής, ένα μεγάλο… …   Dictionary of Greek

  • samur — SAMÚR, (1) samuri, s.m., (2) samururi, s.n. 1. s.m. Mamifer carnivor cu blana preţioasă, de culoare sură cu o pată albă pe piept; zibelină (Martes zibellina). 2. s.n. Blană de samur (1) prelucrată. – Din tc. samur. Trimis de IoanSoleriu,… …   Dicționar Român

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.